Η ολική αρθροπλαστική ισχίου είναι η επέμβαση με την οποία αντικαθίσταται η φθαρμένη άρθρωση του ισχίου με μία τεχνητή. Από το 1960, που ξεκίνησε η εφαρμογή της, έχουν υποβληθεί σε αυτήν εκατομμύρια άνθρωποι, με εξαιρετικά αποτελέσματα για την ποιότητα ζωής τους. Παρά όμως τη συνεχή βελτίωση των μεθόδων και των υλικών, που εξασφαλίζουν μια διάρκεια ζωής πολλών χρόνων στην τεχνητή αυτή άρθρωση, και αυτή, όπως κάθε μηχανική κατασκευή, υπόκειται σε διάφορους παράγοντες φθοράς. Το αποτέλεσμα είναι, ότι ένας συνεχώς αυξανόμενος αριθμός ασθενών με αρθροπλαστική ισχίου φθάνουν να χειρουργηθούν ξανά για να αντικατασταθούν τα παλαιά εμφυτεύματα με νέα. Η δεύτερη αυτή επέμβαση ονομάζεται αναθεώρηση ολικής αρθροπλαστικής ισχίου (revision). Είναι μία επέμβαση που απαιτεί πολύ καλό προεγχειρητικό σχεδιασμό, ειδικά εμφυτεύματα και μεθόδους τοποθέτησης καθώς και πολύ μεγάλη χειρουργική εμπειρία, γι΄αυτό και γίνεται σε μεγάλα κέντρα από έμπειρους χειρουργούς.

Οι αιτίες που οδηγούν σε φθορά και ανάγκη για αναθεώρηση είναι πολλές:

Χρόνος: Η συνηθέστερη αιτία αναθεώρησης είναι η φθορά λόγω χρόνου. Οι ολικές αρθροπλαστικές που έχουν γίνει έως σήμερα έχουν μια διάρκεια ζωής, δηλαδή καλής λειτουργίας, 15 με 20 χρόνια. Προοδευτικά όμως, η τριβή προκαλεί φθορά στις επιφάνειες επαφής των εμφυτευμάτων και δημιουργία μικροσωματιδίων, τα οποία μπορεί να είναι από πλαστικό, τσιμέντο, κεραμικό ή μέταλλο. Τα μικροσωματίδια αυτά προκαλούν μια ανοσολογική αντίδραση γύρω από την πρόθεση (το εμφύτευμα), που οδηγεί σε φθορά του οστού (οστεόλυση). Με την πάροδο του χρόνου η πρόθεση που ήταν σταθερά τοποθετημένη μέσα στο οστό χαλαρώνει, προκαλείται παραμόρφωση και αστάθεια, ο ασθενής πονάει, έχει δυσκολία στις κινήσεις και φθάνει σε σημείο να μην μπορεί πλέον να βαδίσει. Ουσιαστικά, από τη στιγμή που αρχίζει η διαδικασία της φθοράς, η κατάσταση είναι μη αναστρέψιμη και συνεχώς επιδεινώνεται. Αυτό σημαίνει, ότι εφ’ όσον έχουν εμφανιστεί συμπτώματα και έχει τεθεί η διάγνωση, η επέμβαση δεν πρέπει να αναβάλλεται, γιατί η οστική απώλεια συνεχώς αυξάνεται, δημιουργώντας προϋποθέσεις για κάποιο κάταγμα, ενώ και η αναθεώρηση γίνεται τεχνικά ιδιαίτερα δύσκολη.

Θραύση: λιγότερο συνηθισμένη αιτία μηχανικής ανεπάρκειας είναι η θραύση των εμφυτευμένων υλικών.
Και στις δύο παραπάνω περιπτώσεις η έντονη σωματική δραστηριότητα και το πολύ αυξημένο σωματικό βάρος παίζουν σημαντικό ρόλο.

Αστάθεια της άρθρωσης: Για να λειτουργήσει σωστά η αρθροπλαστική του ισχίου, απαιτείται η κεφαλή της μηριαίας πρόθεσης να βρίσκεται συνεχώς μέσα στην πρόθεση της κοτύλης, όπως συμβαίνει και στη φυσιολογική άρθρωση. Αυτό προϋποθέτει το σωστό προσανατολισμό των προθέσεων της κοτύλης και του μηριαίου, έτσι ώστε το ισχυρό μυϊκό σύστημα και οι σύνδεσμοι γύρω από την άρθρωση να μπορούν να εξασφαλίσουν ένα μεγάλο εύρος κινήσεων. Υπό κάποιες συνθήκες προκαλούνται επανειλημμένα εξαρθρήματα, που οδηγούν σε αναγκαστικό περιορισμό της ελευθερίας κινήσεων και πόνο. Αυτό μπορεί κατά τις πρώτες μετεγχειρητικές ημέρες να προκληθεί από πτώση ή κάποια, μη επιτρεπόμενη ακόμα, κίνηση του ασθενούς. Μπορεί όμως να παρουσιαστεί και αργότερα, από αιτίες που σχετίζονται είτε με τον ασθενή, όπως νευρολογικές παθήσεις, μυική αδυναμία, είτε με ατέλειες στη χειρουργική τεχνική.

Κάταγμα: ένα κάταγμα του μηριαίου οστού κοντά στην αντίστοιχη πρόθεση μπορεί να καταστήσει αναγκαία μία αναθεώρηση της ολικής αρθροπλαστικής με αντικατάσταση της μηριαίας πρόθεσης.

Φλεγμονή: Μόλυνση της αρθροπλαστικής μπορεί να συμβεί ημέρες ή εβδομάδες μετά την επέμβαση, δεν αποκλείεται όμως να συμβεί και πολλά χρόνια μετά. Η παρουσία μικροβίων στο αίμα μετά από οδοντιατρικές επεμβάσεις, μολύνσεις του δέρματος, αναπνευστικές λοιμώξεις ή ουρολοιμώξεις, μπορεί να οδηγήσει σε αποικισμό της πρόθεσης, δηλαδή εγκατάσταση μικροβίων πάνω στην πρόθεση. Η μόλυνση της αρθροπλαστικής εκδηλώνεται με πόνο, οίδημα και πιθανόν εκροή υγρού από την τομή. Καθώς η αντιμετώπιση με αντιβιοτικά δεν είναι δυνατή, θα πρέπει να αφαιρεθεί η πρόθεση και να αντικατασταθεί με καινούργια. Προκειμένου να έχει εξασφαλισθεί η οριστική εκρίζωση των μικροβίων, η αντικατάσταση της παλιάς αρθροπλαστικής γίνεται με δύο διαφορετικές επεμβάσεις. Στην πρώτη, αφαιρείται η παλιά πρόθεση και στην θέση της μπαίνει μια προσωρινή, από τσιμέντο εμπλουτισμένο με αντιβιοτικά (spacer). Μετά από μερικούς μήνες και αφού όλες οι εξετάσεις δείξουν ότι το μικρόβιο έχει εξαλειφθεί, ακολουθεί η δεύτερη επέμβαση, αφαίρεσης της προσωρινής πρόθεσης και τοποθέτησης της νέας.

Ιδιαιτερότητες της επέμβασης

Η αναθεώρηση της ολικής αρθροπλαστικής ισχίου είναι μια διαδικασία, η διεξαγωγή της οποίας εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, διαφορετικούς για κάθε ασθενή. Σ’ αυτούς περιλαμβάνονται ο βαθμός οστεόλυσης, η κατάσταση της άρθρωσης, το αν η βλάβη αφορά την πρόθεση της κοτύλης ή του μηριαίου ή και τις δύο, το είδος της πρόθεσης που είχε χρησιμοποιηθεί αρχικά και το ενδεχόμενο φλεγμονής.  Επομένως, είναι μια επέμβαση που πρέπει να σχεδιάζεται για κάθε ασθενή ξεχωριστά, με βάση τον ειδικό προεγχειρητικό έλεγχο, προκειμένου να επιλεγεί η κατάλληλη μέθοδος, αλλά και τα ειδικά εργαλεία και υλικά που θα χρησιμοποιηθούν. Η διάρκεια είναι οπωσδήποτε μεγαλύτερη από αυτήν της πρώτης επέμβασης, με μεγαλύτερη απώλεια αίματος και συνήθως επιλέγεται η γενική αναισθησία. Ο μετεγχειρητικός πόνος είναι γενικά ήπιος και αντιμετωπίζεται με απλά αναλγητικά.

Χρόνος αποκατάστασης

Ο χρόνος παραμονής στο νοσοκομείο, όπως και ο χρόνος αποκατάστασης είναι αρκετά μεγαλύτεροι από αυτούς της πρώτης επέμβασης. Κατά κανόνα για κάποιες εβδομάδες θα πρέπει να χρησιμοποιούνται βοηθήματα βάδισης, όπως το «Π» και σε ορισμένες περιπτώσεις που τοποθετούνται μοσχεύματα, ο ασθενής πρέπει για ένα διάστημα να παραμείνει κλινήρης, μέχρι αυτά να ενσωματωθούν.

Είναι προφανές, ότι πρόκειται για μία δύσκολη, επίπονη διαδικασία. Τελικά όμως, το αποτέλεσμα είναι εξάλειψη του πόνου και αποκατάσταση της κινητικότητας και της ποιότητας ζωής στα επίπεδα που βρισκόταν ο ασθενής πριν παρουσιαστεί η ανάγκη αναθεώρησης.